Η ελληνική αγορά εργασίας παρουσιάζει τα τελευταία χρόνια ένα φαινομενικά παράδοξο πρόβλημα. Από τη μία πλευρά εξακολουθούν να υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες άνεργοι και, από την άλλη, επιχειρήσεις σε αρκετούς κλάδους δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να βρουν κατάλληλο προσωπικό. Πώς μπορούν να ισχύουν και τα δύο ταυτόχρονα;
Μία από τις σημαντικότερες εξηγήσεις βρίσκεται στο Skills gap, δηλαδή στην απόσταση ανάμεσα στις δεξιότητες που διαθέτει το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό και στις δεξιότητες που χρειάζονται πραγματικά οι επιχειρήσεις.
Το πρόβλημα, όμως, είναι πιο σύνθετο από μια απλή «έλλειψη προσόντων». Συνδέεται με τις αλλαγές στην τεχνολογία, την εκπαίδευση, τη γεωγραφική κατανομή των θέσεων εργασίας, τη γήρανση του πληθυσμού, τη φυγή εξειδικευμένων εργαζομένων στο εξωτερικό αλλά και με την ποιότητα, τις αποδοχές και τις συνθήκες που προσφέρουν ορισμένες θέσεις.
Τα πιο πρόσφατα στοιχεία δείχνουν ακριβώς αυτή την αντίφαση. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το εποχικά διορθωμένο ποσοστό ανεργίας στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 8,0% τον Ιούνιο του 2026, με περίπου 382.000 ανέργους. Την ίδια στιγμή, έρευνα της ManpowerGroup για το 2026 κατέγραψε ότι το 84% των εργοδοτών που συμμετείχαν δήλωνε δυσκολία στην εύρεση ανθρώπων με τις απαιτούμενες εξειδικευμένες δεξιότητες.
Τι είναι πραγματικά το Skills gap;
Ο όρος Skills gap περιγράφει την αναντιστοιχία μεταξύ των γνώσεων και ικανοτήτων που ζητά μια επιχείρηση και αυτών που διαθέτουν οι άνθρωποι που μπορούν ή επιθυμούν να εργαστούν.
Για παράδειγμα, μια εταιρεία μπορεί να αναζητά εργαζόμενο με γνώσεις data analytics, χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης και προηγμένες ψηφιακές δεξιότητες. Στην αγορά μπορεί να υπάρχουν αρκετοί υποψήφιοι με πανεπιστημιακό τίτλο, αλλά ελάχιστοι με τον συγκεκριμένο συνδυασμό πρακτικών δεξιοτήτων.
Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι εργαζόμενοι είναι «ανειδίκευτοι». Μπορεί να έχουν πολλές γνώσεις, αλλά όχι εκείνες που ζητά η συγκεκριμένη αγορά τη συγκεκριμένη στιγμή.
Το Cedefop εξετάζει το ζήτημα της αντιστοίχισης δεξιοτήτων μέσα από πολλαπλές μορφές mismatch: ανεργία, ελλείψεις εργαζομένων, υποαπασχόληση αλλά και υπερπροσόντα, όταν δηλαδή κάποιος εργάζεται σε θέση χαμηλότερων απαιτήσεων από τις γνώσεις και την εκπαίδευσή του.
Επομένως, το Skills gap μπορεί να λειτουργεί και προς τις δύο κατευθύνσεις. Μια επιχείρηση μπορεί να μην βρίσκει τον εργαζόμενο που χρειάζεται, ενώ ταυτόχρονα ένας εργαζόμενος μπορεί να μην βρίσκει θέση που να αξιοποιεί πραγματικά τα προσόντα του.
Γιατί υπάρχουν άνεργοι ενώ υπάρχουν κενές θέσεις εργασίας;
Η ύπαρξη ανεργίας δεν σημαίνει ότι κάθε άνεργος μπορεί αυτομάτως να καλύψει οποιαδήποτε διαθέσιμη θέση.
Ένας ηλεκτρολόγος, για παράδειγμα, δεν μπορεί να καλύψει μια θέση software developer μόνο και μόνο επειδή η θέση παραμένει κενή. Αντίστοιχα, ένας εργαζόμενος στην Αθήνα μπορεί να μην έχει τη δυνατότητα να μετακινηθεί για μια εποχική θέση σε νησί, ακόμη και εάν υπάρχει μεγάλη ζήτηση προσωπικού.
Έτσι, πίσω από το Skills gap υπάρχουν διαφορετικές μορφές αναντιστοιχίας:
- δεξιοτήτων, όταν λείπουν συγκεκριμένες τεχνικές ή ψηφιακές γνώσεις,
- επαγγέλματος, όταν υπάρχουν περισσότεροι υποψήφιοι σε ορισμένες ειδικότητες και λιγότεροι σε άλλες,
- γεωγραφίας, όταν εργαζόμενοι και θέσεις βρίσκονται σε διαφορετικές περιοχές,
- εμπειρίας, όταν οι επιχειρήσεις ζητούν επαγγελματική εμπειρία που οι νεότεροι υποψήφιοι δεν έχουν ακόμη αποκτήσει,
- προσδοκιών και συνθηκών εργασίας, όταν οι αποδοχές, το ωράριο ή οι συνθήκες μιας θέσης δεν είναι αρκετά ελκυστικές.
Αυτός είναι και ο λόγος που δεν πρέπει κάθε έλλειψη προσωπικού να χαρακτηρίζεται αυτόματα ως Skills gap.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, το πρόβλημα είναι πράγματι η έλλειψη κατάλληλων γνώσεων. Σε άλλες, όμως, μια θέση παραμένει κενή επειδή οι εργαζόμενοι δεν θεωρούν ότι οι αποδοχές ή οι συνθήκες ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σημειώνει στην έκθεσή της για την Ελλάδα το 2026 ότι, παρά τη βελτίωση της απασχόλησης, η αγορά εργασίας εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από προβλήματα ποιότητας θέσεων εργασίας, χαμηλή παραγωγικότητα, επίμονα κενά δεξιοτήτων και εκροή ταλέντου προς το εξωτερικό.
Σε ποιους κλάδους γίνεται μεγαλύτερο το πρόβλημα;
Το Skills gap δεν επηρεάζει όλους τους κλάδους με τον ίδιο τρόπο.
Οι τεχνολογικές αλλαγές δημιουργούν συνεχώς νέες ανάγκες σε τομείς όπως η πληροφορική, τα δεδομένα, η κυβερνοασφάλεια και η τεχνητή νοημοσύνη. Παράλληλα, παραδοσιακότεροι κλάδοι χρειάζονται τεχνίτες και εργαζομένους με εξειδικευμένη επαγγελματική κατάρτιση.
Στην Ελλάδα ιδιαίτερη πίεση εμφανίζεται επίσης σε κλάδους που εξαρτώνται από μεγάλο αριθμό εργαζομένων, όπως ο τουρισμός και οι κατασκευές. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στις οικονομικές προβλέψεις της για την Ελλάδα, επισημαίνει ότι οι δείκτες κενών θέσεων εξακολουθούν να δείχνουν σχετικά «σφιχτή» αγορά εργασίας ειδικά σε αυτούς τους δύο τομείς.
Το Cedefop, στις προβλέψεις δεξιοτήτων για την Ελλάδα έως το 2035, δείχνει επίσης ότι η ζήτηση δεν θα διαμορφωθεί αποκλειστικά από τη δημιουργία νέων θέσεων. Μεγάλο μέρος των αναγκών θα προκύψει από τη λεγόμενη replacement demand: εργαζόμενοι που συνταξιοδοτούνται ή αποχωρούν από ένα επάγγελμα θα πρέπει να αντικατασταθούν από νέους.
Αυτό είναι κρίσιμο για μια χώρα όπως η Ελλάδα, η οποία αντιμετωπίζει δημογραφική γήρανση και συρρίκνωση του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας.
Πώς η τεχνολογία και η AI μεγαλώνουν το Skills gap;
Η τεχνολογική αλλαγή δεν καταργεί απλώς θέσεις εργασίας. Μεταβάλλει τις δεξιότητες που απαιτούνται ακόμη και μέσα στα ίδια επαγγέλματα.
Ένας λογιστής, ένας marketer, ένας μηχανικός ή ένας εργαζόμενος στον τουρισμό μπορεί να έχει τον ίδιο επαγγελματικό τίτλο με πριν από δέκα χρόνια, αλλά τα εργαλεία που καλείται να χρησιμοποιήσει έχουν αλλάξει σημαντικά.
Η τεχνητή νοημοσύνη επιταχύνει ακόμη περισσότερο αυτή τη διαδικασία.
Πλέον η αξία ενός εργαζομένου δεν καθορίζεται μόνο από το αν γνωρίζει ένα επάγγελμα, αλλά και από το κατά πόσο μπορεί να χρησιμοποιεί σύγχρονα ψηφιακά εργαλεία, να αξιολογεί πληροφορίες, να συνεργάζεται με συστήματα AI και να προσαρμόζεται όταν αλλάζουν οι διαδικασίες.
Το Cedefop έχει επισημάνει ότι η ανάπτυξη της AI δημιουργεί νέες ανάγκες για ψηφιακές δεξιότητες και συνεχή εκπαίδευση του εργατικού δυναμικού.
Έτσι, το Skills gap μπορεί να μεγαλώνει ακόμη και χωρίς να αλλάζει ο αριθμός των εργαζομένων. Οι θέσεις παραμένουν, αλλά το περιεχόμενό τους εξελίσσεται ταχύτερα από την εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση.
Δείτε ακόμη: Φορολογικές ελαφρύνσεις: Ποιοι δικαιούνται μειώσεις και απαλλαγές φόρων;
Μπορούν η εκπαίδευση και οι επιχειρήσεις να περιορίσουν το Skills gap;
Η λύση δεν μπορεί να είναι αποκλειστικά «να εκπαιδευτούν περισσότερο οι εργαζόμενοι».
Για να περιοριστεί πραγματικά το Skills gap χρειάζεται καλύτερη σύνδεση ανάμεσα στην εκπαίδευση, την επαγγελματική κατάρτιση και στις πραγματικές ανάγκες της οικονομίας.
Τα πανεπιστήμια και οι δομές επαγγελματικής εκπαίδευσης χρειάζονται πιο συστηματική εικόνα για τις δεξιότητες που αναμένεται να ζητούνται τα επόμενα χρόνια. Παράλληλα, απαιτούνται περισσότερες δυνατότητες πρακτικής εκπαίδευσης, reskilling και upskilling για ανθρώπους που βρίσκονται ήδη στην αγορά εργασίας.
Ευθύνη έχουν και οι ίδιες οι επιχειρήσεις.
Όταν κάθε αγγελία ζητά έναν ήδη πλήρως καταρτισμένο εργαζόμενο με πολυετή εμπειρία, χωρίς η εταιρεία να επενδύει στην εκπαίδευσή του, το πρόβλημα διαιωνίζεται.
Οι επιχειρήσεις που θα μπορούν να εκπαιδεύουν εργαζομένους, να δημιουργούν σαφείς διαδρομές εξέλιξης και να προσαρμόζουν τις απαιτήσεις τους στην πραγματική αγορά θα έχουν πιθανότατα ισχυρότερο πλεονέκτημα στη μάχη για ταλέντο.
Παράλληλα, χρειάζεται να αντιμετωπιστούν εμπόδια που δεν έχουν σχέση μόνο με τις δεξιότητες. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει, για παράδειγμα, ότι η συμμετοχή των γυναικών στην απασχόληση στην Ελλάδα παραμένει χαμηλότερη και ότι περιορισμοί όπως η ανεπαρκής πρόσβαση σε υπηρεσίες φροντίδας μπορούν να κρατούν ανθρώπους εκτός αγοράς εργασίας.
Μπορεί να σας ενδιαφέρει: Ποια επαγγέλματα έχουν τη μεγαλύτερη ζήτηση στην Ελλάδα σήμερα;
Θα εξαφανιστεί το Skills gap στο μέλλον;
Πιθανότατα όχι. Το Skills gap δεν είναι ένα προσωρινό πρόβλημα που μπορεί να «λυθεί» μία φορά και να εξαφανιστεί.
Όσο η οικονομία αλλάζει, θα δημιουργούνται νέες αναντιστοιχίες.
Η τεχνητή νοημοσύνη, η πράσινη μετάβαση, η αυτοματοποίηση, η δημογραφική γήρανση και η μεταβολή των επαγγελματικών προτιμήσεων θα αλλάζουν συνεχώς το είδος των εργαζομένων και των γνώσεων που χρειάζονται οι επιχειρήσεις.
Ταυτόχρονα, η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει μόνο ζήτημα δεξιοτήτων αλλά και ζήτημα ανθρώπινου δυναμικού. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σημειώνει πλέον σε επίπεδο ΕΕ ότι η δημογραφική αλλαγή δημιουργεί ελλείψεις εργατικού δυναμικού και αυξάνει τη σημασία της προσέλκυσης εργαζομένων από τρίτες χώρες.
Άρα, η μελλοντική συζήτηση δεν θα αφορά μόνο το «πόσες θέσεις εργασίας υπάρχουν». Θα αφορά το εάν υπάρχουν οι κατάλληλοι άνθρωποι, με τις κατάλληλες δεξιότητες, στο κατάλληλο μέρος και με όρους εργασίας που μπορούν να τους προσελκύσουν και να τους κρατήσουν.
Δείτε επίσης: Αγορά εργασίας στην Ελλάδα: Πώς αλλάζουν οι δουλειές, οι μισθοί και οι απαιτήσεις των εργοδοτών;
Το γεγονός ότι υπάρχουν άνεργοι ενώ επιχειρήσεις δυσκολεύονται να βρουν εργαζομένους δεν αποτελεί πραγματική αντίφαση. Δείχνει ότι η αγορά εργασίας δεν λειτουργεί μόνο με βάση τον αριθμό των διαθέσιμων θέσεων και των διαθέσιμων ανθρώπων.
Το Skills gap αποκαλύπτει ένα βαθύτερο πρόβλημα αντιστοίχισης ανάμεσα στις γνώσεις των εργαζομένων και στις ανάγκες των επιχειρήσεων. Ταυτόχρονα, όμως, δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως εύκολη εξήγηση για κάθε κενή θέση εργασίας: οι αποδοχές, οι συνθήκες εργασίας, η γεωγραφία, η εποχικότητα, η δημογραφία και η φυγή ταλέντου αποτελούν επίσης μέρος της εξίσωσης.
Για την Ελλάδα, η πρόκληση των επόμενων ετών θα είναι να μετατρέψει το διαθέσιμο ανθρώπινο δυναμικό σε ανθρώπινο κεφάλαιο που μπορεί να ακολουθεί τις πραγματικές ανάγκες μιας οικονομίας που αλλάζει γρήγορα.
Στο OpinionFeed.gr μπορείτε να διαβάζετε περισσότερες αναλύσεις για την αγορά εργασίας, την ελληνική οικονομία, την επιχειρηματικότητα και τις αλλαγές που επηρεάζουν εργαζομένους και επιχειρήσεις.

