Το ενεργειακό κόστος στην Ελλάδα παραμένει ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Παρότι η μεγάλη ενεργειακή κρίση του 2021–2022 έχει υποχωρήσει, οι τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος δεν έχουν επιστρέψει στα επίπεδα που θεωρούνταν φυσιολογικά πριν από την κρίση. Το αποτέλεσμα είναι ότι ακόμη και σε περιόδους κατά τις οποίες η χονδρεμπορική τιμή μειώνεται, ο τελικός λογαριασμός εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό μέρος του οικογενειακού και επιχειρηματικού προϋπολογισμού.
Το φαινόμενο δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό. Σύμφωνα με τη Eurostat, στο δεύτερο εξάμηνο του 2025 η μέση τιμή ηλεκτρικής ενέργειας για τα νοικοκυριά στην Ευρωπαϊκή Ένωση παρέμεινε στα 28,96 ευρώ ανά 100 kWh, επίπεδο αισθητά υψηλότερο από εκείνο που επικρατούσε πριν από την ενεργειακή κρίση.
Για να καταλάβουμε, όμως, γιατί το ενεργειακό κόστος στην Ελλάδα παραμένει υψηλό, πρέπει να δούμε ολόκληρη την αλυσίδα: από το φυσικό αέριο και τη χονδρεμπορική αγορά μέχρι τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, τα δίκτυα, τη φορολογία και τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται τελικά ο λογαριασμός του καταναλωτή.
Δείτε ακόμη: Skills gap: Γιατί υπάρχουν άνεργοι ενώ οι επιχειρήσεις δεν βρίσκουν προσωπικό;
Γιατί η τιμή του ρεύματος συνδέεται ακόμη με το φυσικό αέριο;
Ένας από τους βασικότερους λόγους που το ενεργειακό κόστος στην Ελλάδα παραμένει ευάλωτο στις διεθνείς εξελίξεις είναι ο ρόλος του φυσικού αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή.
Στην ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό το μοντέλο της οριακής τιμολόγησης. Με απλά λόγια, οι μονάδες παραγωγής καταθέτουν προσφορές ανάλογα με το κόστος τους και η αγορά καλύπτει τη ζήτηση ξεκινώντας από τις φθηνότερες μονάδες. Η τελευταία μονάδα που χρειάζεται για να καλυφθεί η ζήτηση μπορεί να καθορίσει την οριακή τιμή της αγοράς. Το συγκεκριμένο μοντέλο αποτελεί βασικό στοιχείο του ευρωπαϊκού Target Model.
Οι φωτοβολταϊκές και αιολικές μονάδες έχουν πολύ χαμηλό μεταβλητό κόστος παραγωγής. Όταν όμως δεν επαρκούν για να καλύψουν τη συνολική ζήτηση –για παράδειγμα τις βραδινές ώρες ή σε περιόδους χαμηλής παραγωγής από ΑΠΕ– χρειάζεται να ενεργοποιηθούν θερμικές μονάδες.
Εάν η μονάδα που διαμορφώνει την τιμή χρησιμοποιεί φυσικό αέριο, τότε η τιμή του καυσίμου, το κόστος δικαιωμάτων εκπομπών CO₂ και η διεθνής συγκυρία μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τη χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας.
Αυτό εξηγεί γιατί γεωπολιτικές κρίσεις, διαταραχές στις αγορές φυσικού αερίου ή απότομες αυξήσεις στη διεθνή ζήτηση μπορούν να επηρεάσουν το ενεργειακό κόστος στην Ελλάδα ακόμη και όταν μεγάλο μέρος της ηλεκτρικής ενέργειας παράγεται από τον ήλιο και τον άνεμο.
Αφού αυξάνονται οι ΑΠΕ, γιατί δεν έχει γίνει πολύ φθηνότερο το ρεύμα;
Η Ελλάδα έχει πραγματοποιήσει πολύ μεγάλη ανάπτυξη στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας. Σύμφωνα με τον ΑΔΜΗΕ, το 2025 η παραγωγή από ΑΠΕ σημείωσε νέο ετήσιο ρεκόρ, προσεγγίζοντας τις 26,2 TWh. Η αυξημένη παραγωγή συνέβαλε στη μείωση των μέσων τιμών στην Αγορά Επόμενης Ημέρας, ακόμη και σε μήνες αυξημένης ζήτησης.
Άρα οι ΑΠΕ πράγματι μειώνουν το ενεργειακό κόστος στην Ελλάδα. Δεν μπορούν, όμως, από μόνες τους να εξασφαλίσουν χαμηλές τιμές κάθε ώρα της ημέρας.
Το βασικό πρόβλημα είναι ότι η παραγωγή τους δεν συμπίπτει πάντα με την κατανάλωση. Τα φωτοβολταϊκά μπορεί να παράγουν τεράστιες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας το μεσημέρι, όταν η ζήτηση δεν είναι αντίστοιχα υψηλή. Αντίθετα, το βράδυ η παραγωγή τους μηδενίζεται, ενώ τα νοικοκυριά συνεχίζουν να καταναλώνουν.
Το πρόβλημα έχει γίνει τόσο έντονο ώστε σε ορισμένες περιπτώσεις χρειάζονται περικοπές παραγωγής από ΑΠΕ. Ο ΑΔΜΗΕ ανέφερε χαρακτηριστικά ότι την 1η Μαΐου 2025 η προγραμματισμένη παραγωγή ΑΠΕ έφθανε περίπου τα 9,5 GW τις μεσημβρινές ώρες, ενώ η κατανάλωση βρισκόταν κοντά στα 5 GW. Μέρος της παραγωγής έπρεπε συνεπώς να περιοριστεί για την ασφαλή λειτουργία του συστήματος.
Αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο: η Ελλάδα μπορεί κάποιες ώρες να διαθέτει εξαιρετικά φθηνή και άφθονη ενέργεια και λίγες ώρες αργότερα να χρειάζεται ακριβότερη παραγωγή από φυσικό αέριο.
Ο κρίσιμος ρόλος της αποθήκευσης και των ηλεκτρικών δικτύων
Για να μειωθεί μόνιμα το ενεργειακό κόστος στην Ελλάδα, δεν αρκεί να κατασκευάζονται συνεχώς περισσότερα φωτοβολταϊκά και αιολικά πάρκα. Χρειάζεται η ενέργεια που παράγεται όταν υπάρχει πλεόνασμα να μπορεί να χρησιμοποιηθεί αργότερα.
Εδώ μπαίνουν στο παιχνίδι οι μπαταρίες και τα συστήματα αποθήκευσης.
Ένα σύστημα με επαρκή αποθηκευτική ικανότητα μπορεί να απορροφά μέρος της φθηνής ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται τις ώρες υψηλής ηλιοφάνειας και να την επιστρέφει στο δίκτυο τις βραδινές ώρες. Με αυτόν τον τρόπο περιορίζεται η ανάγκη λειτουργίας ακριβότερων μονάδων και εξομαλύνονται οι μεγάλες διακυμάνσεις των τιμών.
Η Ελλάδα βρίσκεται ήδη στη φάση ανάπτυξης σημαντικών υποδομών αποθήκευσης. Τον Ιούνιο του 2026 ο ΑΔΜΗΕ ανέφερε ότι οι πρώτες μονάδες αποθήκευσης λειτουργούν ήδη στη χώρα, με στόχο εγκατεστημένη ισχύ 1,5 GW έως το 2027.
Παράλληλα χρειάζεται ενίσχυση των δικτύων μεταφοράς και των διεθνών διασυνδέσεων. Όσο μεγαλύτερη είναι η δυνατότητα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ περιοχών και χωρών, τόσο ευκολότερα μπορεί ένα πλεόνασμα φθηνής παραγωγής να διοχετεύεται εκεί όπου υπάρχει ζήτηση.
Επομένως, το μέλλον του ενεργειακού κόστους στην Ελλάδα εξαρτάται πλέον σε μεγάλο βαθμό όχι μόνο από το πόσες ΑΠΕ θα εγκατασταθούν, αλλά από το πόσο γρήγορα θα αναπτυχθούν αποθήκευση και δίκτυα.
Γιατί η πτώση της χονδρεμπορικής τιμής δεν φαίνεται αμέσως στον λογαριασμό;
Ένα συχνό ερώτημα είναι γιατί, όταν ανακοινώνεται ότι μειώθηκε η τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος στη χονδρεμπορική αγορά, ο καταναλωτής δεν βλέπει αντίστοιχη και άμεση μείωση στον λογαριασμό του.
Η απάντηση είναι ότι η χονδρεμπορική τιμή είναι μόνο ένα μέρος του συνολικού κόστους.
Ο λογαριασμός περιλαμβάνει τη χρέωση προμήθειας, το πάγιο του προμηθευτή, ρυθμιζόμενες χρεώσεις που σχετίζονται με τη λειτουργία των δικτύων και του ενεργειακού συστήματος, καθώς και φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις. Το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας προβλέπει άλλωστε τη διακριτή αναγραφή των διαφορετικών κατηγοριών χρεώσεων στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Eurostat υπολόγισε ότι στο δεύτερο εξάμηνο του 2025 οι φόροι και οι σχετικές επιβαρύνσεις αντιστοιχούσαν κατά μέσο όρο στο 28,9% της τελικής τιμής ηλεκτρικής ενέργειας των νοικοκυριών στην ΕΕ.
Παράλληλα, διαφορετικά τιμολόγια μεταφέρουν τις αλλαγές της αγοράς στον καταναλωτή με διαφορετικό τρόπο. Στην Ελλάδα υπάρχουν σταθερά μπλε τιμολόγια, ειδικά πράσινα, κυμαινόμενα κίτρινα και δυναμικά πορτοκαλί τιμολόγια.
Έτσι, μια προσωρινή πτώση στη χονδρεμπορική αγορά δεν σημαίνει ότι όλοι οι καταναλωτές θα δουν αμέσως την ίδια ποσοστιαία μείωση.
Μπορεί πραγματικά να μειωθεί το ενεργειακό κόστος στην Ελλάδα;
Η απάντηση είναι ναι, αλλά όχι μέσω ενός μόνο μέτρου.
Η μεγαλύτερη συμμετοχή των ΑΠΕ ήδη λειτουργεί ως μηχανισμός συγκράτησης των τιμών. Μάλιστα, σύμφωνα με τον ΑΔΜΗΕ, κατά το πρώτο δεκαήμερο του Μαρτίου 2026 η Ελλάδα κατέγραφε ιδιαίτερα χαμηλές χονδρεμπορικές τιμές σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρώπης, παρά τις διεθνείς πιέσεις στις αγορές καυσίμων.
Αυτό αποδεικνύει ότι δεν είναι ακριβές να θεωρούμε ότι η Ελλάδα έχει διαρκώς υψηλή χονδρεμπορική τιμή. Το πρόβλημα είναι περισσότερο δομικό: πώς θα μετατραπούν οι πολλές ώρες φθηνής παραγωγής σε σταθερά χαμηλότερο κόστος για ολόκληρο το σύστημα.
Χρειάζονται περισσότερες ΑΠΕ, αλλά κυρίως αποθήκευση, ισχυρότερα δίκτυα, μεγαλύτερες διεθνείς διασυνδέσεις, καλύτερη διαχείριση της ζήτησης και μεγαλύτερη δυνατότητα των καταναλωτών να χρησιμοποιούν ηλεκτρική ενέργεια όταν αυτή είναι φθηνή.
Σε αυτή την κατεύθυνση κινούνται και τα δυναμικά, «πορτοκαλί» τιμολόγια, τα οποία συνδέουν περισσότερο την τιμή που πληρώνει ο καταναλωτής με την ώρα κατανάλωσης και άρχισαν να θεσμοθετούνται για εφαρμογή από το 2026.
Για να αξιοποιηθούν ευρύτερα τέτοιες λύσεις, απαιτείται φυσικά και μεγαλύτερη διείσδυση έξυπνων μετρητών.
Τι σημαίνουν όλα αυτά για νοικοκυριά και επιχειρήσεις;
Το ενεργειακό κόστος στην Ελλάδα δεν εξαρτάται πλέον από έναν μόνο παράγοντα. Είναι αποτέλεσμα της διεθνούς τιμής του φυσικού αερίου, του ευρωπαϊκού μοντέλου αγοράς, του ενεργειακού μείγματος, των διαθέσιμων δικτύων και υποδομών αποθήκευσης, της ζήτησης, του τιμολογίου που έχει επιλέξει ο καταναλωτής και των υπόλοιπων χρεώσεων που προστίθενται στην τελική τιμή.
Για ένα νοικοκυριό αυτό σημαίνει ότι η σύγκριση παρόχων και τιμολογίων εξακολουθεί να είναι σημαντική. Δεν πρέπει να συγκρίνεται μόνο η διαφημιζόμενη τιμή ανά kWh, αλλά και το πάγιο, η διάρκεια της σύμβασης, οι προϋποθέσεις έκπτωσης και το αν η τιμή είναι σταθερή ή συνδεδεμένη με την αγορά.
Για τις επιχειρήσεις, η ενέργεια αποτελεί ακόμη πιο κρίσιμο παράγοντα ανταγωνιστικότητας. Ενεργοβόροι κλάδοι επηρεάζονται άμεσα από τις μεταβολές των τιμών, γεγονός που μπορεί να αυξάνει το κόστος παραγωγής και τελικά να μεταφέρεται στις τιμές προϊόντων και υπηρεσιών.
Το ενεργειακό κόστος στην Ελλάδα παραμένει υψηλό όχι επειδή υπάρχει ένας συγκεκριμένος «ένοχος», αλλά επειδή το ηλεκτρικό σύστημα βρίσκεται στη μέση μιας μεγάλης μετάβασης.
Η χώρα παράγει πλέον πολύ περισσότερη φθηνή ανανεώσιμη ενέργεια, όμως χρειάζεται τις υποδομές που θα επιτρέψουν να την αποθηκεύει, να τη μεταφέρει και να τη χρησιμοποιεί τις ώρες κατά τις οποίες είναι πραγματικά απαραίτητη. Παράλληλα, η εξάρτηση από το φυσικό αέριο σε κρίσιμες ώρες εξακολουθεί να εκθέτει την αγορά στις διεθνείς διακυμάνσεις.
Επομένως, η ουσιαστική μείωση του ενεργειακού κόστους στην Ελλάδα θα κριθεί τα επόμενα χρόνια από την ανάπτυξη των ΑΠΕ σε συνδυασμό με αποθήκευση, δίκτυα, διασυνδέσεις και πιο ευέλικτη κατανάλωση.
Για περισσότερες αναλύσεις γύρω από την οικονομία, την ενέργεια και τις εξελίξεις που επηρεάζουν την καθημερινότητα των πολιτών και των επιχειρήσεων, μπορείτε να παρακολουθείτε τη σχετική θεματολογία στο OpinionFeed.gr.

