Η Ενεργειακή φτώχεια αποτελεί ένα από τα πιο σοβαρά αλλά συχνά λιγότερο ορατά προβλήματα του κόστους ζωής στην Ελλάδα. Δεν αφορά μόνο όσους αδυνατούν να πληρώσουν έναν λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος. Περιλαμβάνει νοικοκυριά που περιορίζουν τη θέρμανση τον χειμώνα, αποφεύγουν τη χρήση κλιματισμού το καλοκαίρι, καθυστερούν άλλες βασικές δαπάνες για να πληρώσουν την ενέργεια ή ζουν σε κατοικίες τόσο χαμηλής ενεργειακής απόδοσης ώστε το κόστος για επαρκή θέρμανση και ψύξη γίνεται δυσανάλογα υψηλό.
Τα τελευταία διαθέσιμα συγκρίσιμα στοιχεία της Eurostat δείχνουν πόσο έντονο παραμένει το πρόβλημα. Το 2024, το 19% του πληθυσμού στην Ελλάδα δήλωσε ότι δεν μπορούσε να διατηρήσει την κατοικία του επαρκώς ζεστή. Πρόκειται για ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν μόλις 9,2%. Μόνο η Βουλγαρία βρισκόταν στο ίδιο επίπεδο με την Ελλάδα.
Όμως πόσα νοικοκυριά κρύβονται πραγματικά πίσω από αυτά τα ποσοστά και γιατί η Ενεργειακή φτώχεια εξακολουθεί να είναι τόσο έντονη σε μια χώρα με σχετικά ήπιες κλιματολογικές συνθήκες;
Τι ακριβώς σημαίνει Ενεργειακή φτώχεια;
Δεν υπάρχει ένας μοναδικός αριθμός που να περιγράφει από μόνος του την Ενεργειακή φτώχεια. Το φαινόμενο προκύπτει όταν ένα νοικοκυριό δυσκολεύεται να εξασφαλίσει τις ενεργειακές υπηρεσίες που απαιτούνται για αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης, όπως θέρμανση, ψύξη, φωτισμό και χρήση βασικών ηλεκτρικών συσκευών.
Το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο χρησιμοποιεί πολλαπλούς δείκτες. Μεταξύ αυτών βρίσκονται η αδυναμία διατήρησης της κατοικίας σε επαρκή θερμοκρασία, οι καθυστερήσεις στην πληρωμή λογαριασμών ενέργειας και το πόσο μεγάλο μέρος των συνολικών δαπανών ενός νοικοκυριού απορροφάται από την ενέργεια. Το ελληνικό Σχέδιο Δράσης για την αντιμετώπιση της ενεργειακής ένδειας επίσης αναγνωρίζει ότι απαιτείται συνδυασμός διαφορετικών δεικτών και όχι μία απλή μέτρηση.
Αυτό είναι σημαντικό επειδή δύο οικογένειες μπορεί να εμφανίζουν εντελώς διαφορετική εικόνα. Ένα νοικοκυριό μπορεί να έχει υψηλό λογαριασμό επειδή θερμαίνει κανονικά ένα ενεργοβόρο σπίτι. Ένα δεύτερο μπορεί να εμφανίζει σχετικά χαμηλή κατανάλωση, όχι επειδή είναι ενεργειακά αποδοτικό, αλλά επειδή οι κάτοικοί του απλώς δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν περισσότερο τη θέρμανση.
Επομένως, η χαμηλή ενεργειακή κατανάλωση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ένα νοικοκυριό δεν αντιμετωπίζει Ενεργειακή φτώχεια.
Πόσοι Έλληνες δεν μπορούν να διατηρήσουν το σπίτι τους επαρκώς ζεστό;
Η πιο άμεση απάντηση προέρχεται από την Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης EU-SILC.
Το 2024, το 19% του ελληνικού πληθυσμού ζούσε σε νοικοκυριό που δήλωνε αδυναμία να διατηρήσει την κατοικία του επαρκώς ζεστή ή δροσερή. Για τα οικονομικά φτωχότερα νοικοκυριά, το ποσοστό εκτοξευόταν στο 43,6%, ενώ ακόμη και μεταξύ του μη φτωχού πληθυσμού έφθανε το 13%.
Η σύγκριση με την Ευρώπη είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Το 2024:
- Ελλάδα: 19%
- Βουλγαρία: 19%
- Λιθουανία: περίπου 18%
- Ισπανία: περίπου 17,5%
- Ευρωπαϊκή Ένωση: 9,2%
Η Ελλάδα δηλαδή είχε υπερδιπλάσιο ποσοστό από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Μάλιστα, η Κεντρική Ελλάδα παρουσίασε ακόμη μεγαλύτερη πίεση: σύμφωνα με περιφερειακά στοιχεία της Eurostat, το 21,2% των κατοίκων της δεν μπορούσε να διατηρήσει επαρκώς ζεστή την κατοικία του το 2024.
Τα στοιχεία δείχνουν επίσης ότι δεν υπήρξε ουσιαστική υποχώρηση του προβλήματος σε εθνικό επίπεδο. Το σχετικό ποσοστό βρισκόταν περίπου στο 19,2% το 2023 και στο 19% το 2024.
Μπορεί να σας ενδιαφέρει: Ενεργειακό κόστος στην Ελλάδα: Γιατί το ρεύμα παραμένει τόσο ακριβό;
Πόσα ελληνικά νοικοκυριά θεωρούνται ενεργειακά φτωχά;
Εδώ χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνιση. Το 19% της Eurostat αφορά πληθυσμό και όχι απευθείας ποσοστό νοικοκυριών. Συνεπώς δεν είναι επιστημονικά σωστό να πάρουμε απλώς το 19% του συνολικού αριθμού των ελληνικών νοικοκυριών και να υποστηρίξουμε ότι αυτός είναι ο ακριβής αριθμός που βρίσκεται σε Ενεργειακή φτώχεια.
Υπάρχει, ωστόσο, μία πιο συγκεκριμένη πρόσφατη εκτίμηση.
Σε ανάλυση που παρουσιάστηκε στο πλαίσιο τεχνικής υποστήριξης για το ελληνικό Κοινωνικό Σχέδιο για το Κλίμα, χρησιμοποιήθηκαν στοιχεία από τις Έρευνες Οικογενειακών Προϋπολογισμών προκειμένου να εντοπιστούν ευάλωτα νοικοκυριά που χρησιμοποιούν ορυκτά καύσιμα. Με αναγωγή στο σύνολο των 4.257.034 νοικοκυριών της χώρας, η ανάλυση υπολόγισε ότι περίπου 860.000 νοικοκυριά μπορούν να θεωρηθούν ενεργειακά φτωχά με βάση τη συγκεκριμένη μεθοδολογία.
Ο αριθμός είναι πολύ μεγάλος: αντιστοιχεί περίπου σε ένα στα πέντε ελληνικά νοικοκυριά.
Πρέπει όμως να διαβαστεί σωστά. Τα «860.000 νοικοκυριά» δεν αποτελούν καθολική απογραφή κάθε μορφής Ενεργειακής φτώχειας στην Ελλάδα. Προκύπτουν από συγκεκριμένη μεθοδολογία εντοπισμού ευάλωτων νοικοκυριών, ιδιαίτερα σε σχέση με τη χρήση ορυκτών καυσίμων και τις επιπτώσεις της ευρωπαϊκής ενεργειακής μετάβασης.
Παράλληλα, το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας έθεσε το 2025 σε διαβούλευση επικαιροποιημένο Σχέδιο Δράσης για την ενεργειακή ένδεια, το οποίο περιλαμβάνει νέο δείκτη εντοπισμού ενεργειακά φτωχών νοικοκυριών, επικαιροποιημένες ενεργειακές ανάγκες και νέα εργαλεία παρακολούθησης.
Γιατί η Ενεργειακή φτώχεια παραμένει τόσο υψηλή στην Ελλάδα;
Η Ενεργειακή φτώχεια δεν εξηγείται αποκλειστικά από την τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος. Προκύπτει από τη συνάντηση τριών βασικών προβλημάτων: εισόδημα, ενεργειακό κόστος και ποιότητα κατοικίας.
Ένα νοικοκυριό με περιορισμένο διαθέσιμο εισόδημα είναι πολύ πιο ευάλωτο σε οποιαδήποτε αύξηση της ενέργειας. Αυτό φαίνεται καθαρά από τη διαφορά μεταξύ οικονομικά φτωχών και μη φτωχών νοικοκυριών: η αδυναμία διατήρησης κατάλληλης θερμοκρασίας στην κατοικία φθάνει το 43,6% στα φτωχότερα νοικοκυριά.
Δεύτερος κρίσιμος παράγοντας είναι η ενεργειακή κατάσταση των κτιρίων. Ένα παλαιό σπίτι χωρίς επαρκή μόνωση, σύγχρονα κουφώματα ή αποδοτικό σύστημα θέρμανσης απαιτεί πολύ περισσότερη ενέργεια για να προσφέρει τις ίδιες συνθήκες άνεσης με μια ενεργειακά αναβαθμισμένη κατοικία. Η Eurostat επισημαίνει ότι η δυνατότητα διατήρησης επαρκούς θερμοκρασίας επηρεάζεται τόσο από το διαθέσιμο εισόδημα και τις τιμές της ενέργειας όσο και από την κατάσταση του κτιρίου και τη γεωγραφική θέση.
Υπάρχει τέλος και η γενικότερη οικονομική πίεση. Το 2024, η Eurostat κατέγραψε ότι περίπου το 43% του πληθυσμού στην Ελλάδα ζούσε σε νοικοκυριά με καθυστερήσεις σε στεγαστικά δάνεια, ενοίκια ή λογαριασμούς κοινής ωφέλειας — το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ, όπου ο μέσος όρος ήταν περίπου 9%. Ο συγκεκριμένος δείκτης δεν αφορά αποκλειστικά λογαριασμούς ενέργειας, αλλά αποτυπώνει πόσο έντονα πιέζεται συνολικά ο οικογενειακός προϋπολογισμός.
Μπορεί να σας ενδιαφέρει: Πώς διαμορφώνεται η τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος στην Ελλάδα;
Ποια νοικοκυριά κινδυνεύουν περισσότερο;
Η Ενεργειακή φτώχεια μπορεί να αφορά περισσότερες κοινωνικές ομάδες από όσες υποθέτουμε. Δεν περιορίζεται αποκλειστικά στους ανθρώπους που βρίσκονται κάτω από το επίσημο όριο της φτώχειας.
Ιδιαίτερα ευάλωτα είναι τα νοικοκυριά με χαμηλό ή χαμηλότερο μεσαίο εισόδημα, οι άνθρωποι που κατοικούν σε παλαιά ή ενεργοβόρα ακίνητα, οι ηλικιωμένοι που περνούν πολλές ώρες στο σπίτι, οι μονογονεϊκές οικογένειες και όσοι δεν διαθέτουν τα χρήματα που απαιτούνται για ενεργειακή αναβάθμιση της κατοικίας τους.
Αυτό δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο. Ένα οικονομικά ευάλωτο νοικοκυριό συχνά δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει μόνωση, νέα κουφώματα ή καλύτερο σύστημα θέρμανσης. Επειδή όμως το σπίτι παραμένει ενεργοβόρο, χρειάζεται περισσότερο ρεύμα ή καύσιμο. Έτσι αυξάνονται οι ενεργειακές δαπάνες και περιορίζεται ακόμη περισσότερο το διαθέσιμο εισόδημα.
Γι’ αυτό η αντιμετώπιση της Ενεργειακής φτώχειας δεν μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά σε προσωρινές επιδοτήσεις λογαριασμών.
Πώς μπορεί να περιοριστεί η ενεργειακή φτώχεια στην Ελλάδα;
Η μακροπρόθεσμη αντιμετώπιση απαιτεί έναν συνδυασμό κοινωνικής και ενεργειακής πολιτικής.
Οι άμεσες ενισχύσεις μπορούν να προστατεύσουν τα ευάλωτα νοικοκυριά σε περιόδους υψηλών τιμών, όμως δεν αλλάζουν την ενεργειακή κατάσταση της κατοικίας. Αντίθετα, παρεμβάσεις όπως θερμομόνωση, αντικατάσταση κουφωμάτων, αποδοτικότερα συστήματα θέρμανσης και ψύξης και αξιοποίηση ανανεώσιμων πηγών μπορούν να μειώσουν μόνιμα την απαιτούμενη κατανάλωση.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η στόχευση των μέτρων. Η επικαιροποίηση του ελληνικού Σχεδίου Δράσης προβλέπει νέο μηχανισμό εντοπισμού ενεργειακά φτωχών νοικοκυριών και παρακολούθησης της αποτελεσματικότητας των παρεμβάσεων.
Η πραγματική πρόκληση επομένως δεν είναι απλώς να συγκρατηθούν προσωρινά οι λογαριασμοί. Είναι να μειωθεί η ποσότητα ενέργειας που χρειάζεται μια οικογένεια για να ζήσει με αξιοπρεπείς συνθήκες και παράλληλα να εξασφαλιστεί ότι το κόστος αυτής της ενέργειας παραμένει διαχειρίσιμο.
Συμπέρασμα
Η Ενεργειακή φτώχεια παραμένει ένα βαθύ κοινωνικό και οικονομικό ζήτημα για την Ελλάδα. Τα τελευταία πλήρως συγκρίσιμα ευρωπαϊκά στοιχεία δείχνουν ότι το 19% του πληθυσμού δεν μπορούσε το 2024 να διατηρήσει την κατοικία του επαρκώς ζεστή, έναντι 9,2% στην ΕΕ. Παράλληλα, πρόσφατη εξειδικευμένη εκτίμηση τοποθετεί περίπου 860.000 ελληνικά νοικοκυριά στην κατηγορία της ενεργειακής φτώχειας βάσει συγκεκριμένης μεθοδολογίας για την ενεργειακή ευαλωτότητα.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν αφορά μόνο τις τιμές του ρεύματος. Συνδέεται με τα εισοδήματα, την ποιότητα του κτιριακού αποθέματος, το κόστος θέρμανσης και ψύξης και τη δυνατότητα των οικογενειών να χρηματοδοτήσουν ουσιαστικές ενεργειακές αναβαθμίσεις.
Καθώς οι ενεργειακές και οικονομικές πολιτικές εξελίσσονται, η παρακολούθηση των επίσημων δεδομένων είναι απαραίτητη για να κατανοούμε πώς επηρεάζεται πραγματικά η καθημερινότητα των νοικοκυριών. Στο OpinionFeed.gr μπορείτε να διαβάζετε περισσότερες αναλύσεις για την οικονομία, το κόστος ζωής και τις εξελίξεις που επηρεάζουν άμεσα τους πολίτες στην Ελλάδα.
Δείτε ακόμη: Ενεργειακή φτώχεια: Πόσα νοικοκυριά δυσκολεύονται να καλύψουν τις ενεργειακές τους ανάγκες;

