Στην εγχώρια πολιτική σκακιέρα, ο συσχετισμός δυνάμεων στον χώρο της κεντροαριστεράς και της ριζοσπαστικής αριστεράς θυμίζει ολοένα και περισσότερο ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος. Στο επίκεντρο αυτού του αναδιατασσόμενου τοπίου βρίσκεται ο Αλέξης Τσίπρας . Με μια σειρά από προσεκτικά σχεδιασμένες παρεμβάσεις, δημόσιες εμφανίσεις και πρωτοβουλίες, ο πρώην πρωθυπουργός αποδεικνύει ότι διατηρεί ένα ιδιότυπο πολιτικό εκτόπισμα: καταφέρνει να απορροφά τους ζωτικούς χυμούς των όμορων σχηματισμών, την ίδια στιγμή που το ευρύτερο σύστημα μοιάζει να πατάει προληπτικά το φρένο απέναντί του.
Η διαδικασία αυτή της πολιτικής «απορρόφησης» είναι ήδη ορατή σε πολλαπλά μέτωπα. Πρώτο και κυριότερο θύμα υπήρξε ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ. Μετά την αποχώρησή του και τις αλλεπάλληλες εσωκομματικές κρίσεις, το κόμμα της Κουμουνδούρου οδηγήθηκε σε μια τροχιά διαρκούς φθοράς, αποδεικνύοντας ότι χωρίς τον ιστορικό του ηγέτη δυσκολεύεται να διατηρήσει την κοινωνική του γείωση. Ο Τσίπρας, κινούμενος εκτός του στενού κομματικού πλαισίου, μοιάζει να αντλεί απευθείας από την ίδια παραδοσιακή εκλογική βάση, καθιστώντας την επίσημη ηγεσία του κόμματος σχεδόν δευτερεύοντα παίκτη στην ίδια της την έδρα.
Δείτε ακόμη: Ο Τσίπρας περιορίζει κι άλλο την Κουφονικολάκου
Την ίδια μοίρα, ωστόσο, αντιμετωπίζουν και τα προσωποπαγή εγχειρήματα που γεννήθηκαν από τα σπλάχνα ή τις αντιφάσεις της περιόδου του 2015. Η Ζωή Κωνσταντοπούλου με την Πλεύση Ελευθερίας και ο Γιάνης Βαρουφάκης με το ΜέΡΑ25 επένδυσαν διαχρονικά σε έναν λόγο ασυμβίβαστης ρήξης και προσωπικής δικαίωσης. Όμως, όσο ο Τσίπρας αναδιατυπώνει ένα κυβερνητικό, θεσμικό αφήγημα εξουσίας, τα περιθώρια αυτών των σχημάτων στενεύουν. Η αντισυστημική διαμαρτυρία και η καταγγελία, που αποτελούν το βασικό καύσιμο της Πλεύσης και του ΜέΡΑ25, συμπιέζονται αναπόφευκτα μπροστά στο ρεαλιστικό δίλημμα μιας συγκροτημένης εναλλακτικής διακυβέρνησης. Στη συνείδηση ενός κρίσιμου κομματιού της προοδευτικής βάσης, τα σχήματα αυτά κινδυνεύουν να επιστρέψουν στον ρόλο της απλής διαμαρτυρίας.
Εδώ ακριβώς, ωστόσο, υψώνεται το δεύτερο σκέλος της εξίσωσης: το «στρατηγικό φρένο» των συστημικών μετρήσεων. Σε μια περίοδο όπου η κυβερνητική φθορά αναζητά αντίπαλο δέος, η προοπτική μιας δυναμικής επανόδου του Τσίπρα προκαλεί εμφανή ανησυχία στα παραδοσιακά κέντρα εξουσίας. Οι δημοσκοπήσεις, εκτός από εργαλείο αποτύπωσης τάσεων, λειτουργούν ιστορικά και ως μηχανισμός διαμόρφωσης κλίματος. Καταγράφοντας χαμηλές οροφές, επιμονή σε αρνητικά ποιοτικά χαρακτηριστικά ή περιορισμένη δυναμική, επιχειρείται να ανακοπεί εγκαίρως το λεγόμενο bandwagon effect —η τάση των αναποφάσιστων ψηφοφόρων να συντάσσονται με τον ισχυρό πόλο που δείχνει ρεύμα νίκης.
Το στρατηγικό αυτό αντίβαρο εξυπηρετεί διπλό στόχο: αφενός προστατεύει την κυβερνητική ηγεμονία από έναν αντίπαλο με αποδεδειγμένη εμπειρία εξουσίας και ισχυρό λαϊκό έρεισμα, αφετέρου δίνει χώρο σε άλλες, πιο διαχειρίσιμες δυνάμεις της αντιπολίτευσης να διεκδικήσουν τα πρωτεία, διατηρώντας το πολιτικό σκηνικό κατακερματισμένο.
Το τελικό αποτέλεσμα μένει να κριθεί στην πραγματική κοινωνία. Ο Αλέξης Τσίπρας έχει δείξει ότι μπορεί να κυριαρχήσει στον ζωτικό του χώρο, «καταπίνοντας» τις φωνές που αμφισβήτησαν την ηγεμονία του. Το αν, όμως, θα καταφέρει να σπάσει το δημοσκοπικό και μιντιακό τείχος για να συνομιλήσει ξανά με την ευρύτερη κοινωνική πλειοψηφία, παραμένει το μεγάλο, ανοιχτό στοίχημα της επόμενης περιόδου.
Δείτε ακόμη: Σαμαράς και Μητσοτάκης: Πώς διαμορφώνεται η σχέση τους ενόψει των εκλογών του 2027;

