Το τουρκολιβυκό μνημόνιο για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών στην Ανατολική Μεσόγειο βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο, μετά την έγκρισή του από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης στις 20 Οκτωβρίου 2026. Η εξέλιξη προκάλεσε αντιδράσεις από την Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση και επανέφερε ερωτήματα: τι προβλέπει το μνημόνιο, ποιες συνέπειες μπορεί να έχει για τη χώρα και ποιες επιλογές έχει η Αθήνα;
Για να απαντήσουμε, χρειάζεται να ξεχωρίσουμε τι συμφώνησαν Τουρκία και Λιβύη από τις θέσεις της Ελλάδας και της ΕΕ, αλλά και από όσα προβλέπει το διεθνές δίκαιο. Το τουρκολιβυκό μνημόνιο αποτελεί μια σοβαρή διπλωματική και γεωπολιτική διαφωνία. Δεν σημαίνει, όμως, ότι η θαλάσσια οριοθέτηση έχει κριθεί από διεθνές δικαστήριο ή ότι τα δικαιώματα τρίτων χωρών αλλάζουν αυτομάτως.
Τι προβλέπει το τουρκολιβυκό μνημόνιο
Το μνημόνιο υπογράφηκε στις 27 Νοεμβρίου 2019 από την Τουρκία και την τότε Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας της Λιβύης, η οποία είχε την έδρα της στην Τρίπολη. Αφορά την οριοθέτηση θαλάσσιων περιοχών μεταξύ των δύο πλευρών στην Ανατολική Μεσόγειο. Το κείμενο καταχωρίστηκε από την Τουρκία στη Γραμματεία του ΟΗΕ τον Δεκέμβριο του 2019 και τέθηκε σε ισχύ, σύμφωνα με τα στοιχεία της καταχώρισης, στις 8 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους.
Βασικά στοιχεία για τη συμφωνία παρουσιάζονται και στη σελίδα της συμφωνίας Λιβύης–Τουρκίας για τη θαλάσσια οριοθέτηση στη Wikipedia. Για το νομικό πλαίσιο, ωστόσο, πρέπει να ανατρέχει κανείς κυρίως σε πρωτογενείς πηγές, όπως το κείμενο της συμφωνίας, η Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας και οι επίσημες τοποθετήσεις των κρατών.
Η γραμμή που περιγράφεται στο τουρκολιβυκό μνημόνιο περνά από θαλάσσια περιοχή ανάμεσα στις δύο χώρες, χωρίς να αποδίδει ουσιαστική επίδραση στα ελληνικά νησιά που βρίσκονται ανάμεσα στις απέναντι ακτές. Η ελληνική πλευρά υποστηρίζει ότι αυτή η προσέγγιση αγνοεί τη γεωγραφία της περιοχής και τα δικαιώματα των νησιών σε θαλάσσιες ζώνες, όπως η υφαλοκρηπίδα και η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ).
Η Τουρκία και η Λιβύη παρουσιάζουν το μνημόνιο ως συμφωνία μεταξύ δύο κρατών για τις μεταξύ τους θαλάσσιες σχέσεις. Η Ελλάδα, από την πλευρά της, υποστηρίζει ότι η γραμμή που συμφωνήθηκε θίγει ελληνικά δικαιώματα. Η διαφωνία αφορά τόσο την ερμηνεία των κανόνων του Δικαίου της Θάλασσας όσο και τον τρόπο με τον οποίο υπολογίζονται οι θαλάσσιες ζώνες σε μια περιοχή με πολλά νησιά και σύνθετη γεωγραφία.
Η καταχώριση στον ΟΗΕ χρειάζεται επίσης μια διευκρίνιση. Η καταχώριση μιας συμφωνίας δημοσιοποιεί το κείμενό της και επιτρέπει την επίκλησή της ενώπιον οργάνων του ΟΗΕ. Δεν αποτελεί από μόνη της δικαστική απόφαση για τη νομιμότητά της. Η Γραμματεία του ΟΗΕ διευκρινίζει ότι η καταχώριση δεν συνιστά κρίση για τη φύση ή το κύρος του κειμένου.
Γιατί αντιδρά η Ελλάδα και ποια είναι η νομική διαφωνία
Η βασική ελληνική ένσταση είναι ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο παραβλέπει τα ελληνικά νησιά και τα δικαιώματα που αυτά μπορούν να έχουν σε θαλάσσιες ζώνες. Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας προβλέπει ότι τα νησιά, με εξαίρεση τους βράχους που δεν μπορούν να συντηρήσουν ανθρώπινη κατοίκηση ή δική τους οικονομική ζωή, έχουν χωρικά ύδατα, ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα όπως και άλλες χερσαίες περιοχές.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε νησί έχει πάντα την ίδια επίδραση σε κάθε τελική οριοθέτηση. Όταν κράτη με απέναντι ή παρακείμενες ακτές οριοθετούν θαλάσσιες ζώνες, το άρθρο 74 της Σύμβασης του ΟΗΕ για την ΑΟΖ προβλέπει ότι η συμφωνία πρέπει να βασίζεται στο διεθνές δίκαιο και να καταλήγει σε δίκαιη λύση. Η νομολογία διεθνών δικαστηρίων δείχνει ότι η επίδραση των νησιών και η πορεία μιας γραμμής οριοθέτησης εξετάζονται με βάση τις συγκεκριμένες γεωγραφικές συνθήκες κάθε υπόθεσης.
Για μια ευρύτερη εικόνα σχετικά με τις ελληνοτουρκικές διαφορές, δείτε και το άρθρο Ελλάδα-Τουρκία: ποια είναι τα ανοιχτά ζητήματα διεθνούς δικαίου;.
Η ελληνική θέση είναι ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο δεν μπορεί να αφαιρέσει ή να περιορίσει δικαιώματα της Ελλάδας, καθώς η χώρα δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δήλωσε ήδη από το 2019 ότι το μνημόνιο θίγει κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών, δεν συνάδει με το Δίκαιο της Θάλασσας και δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα για τρίτες χώρες. Τον Οκτώβριο του 2026, η ΕΕ επανέλαβε αυτή τη θέση μετά την απόφαση της λιβυκής Βουλής.
Χρειάζεται, ωστόσο, ακρίβεια στη διατύπωση: πρόκειται για την επίσημη θέση της Ελλάδας και της ΕΕ. Δεν έχει εκδοθεί απόφαση διεθνούς δικαστηρίου που να έχει εξετάσει και κρίνει ειδικά το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Η νομική διαφωνία παραμένει ενεργή και η τελική αξιολόγηση των επικαλυπτόμενων θαλάσσιων αξιώσεων θα εξαρτηθεί από συμφωνία ή από διεθνή διαδικασία στην οποία θα συναινέσουν τα εμπλεκόμενα μέρη.
Τι σημαίνει η έγκριση του 2026
Η Βουλή των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης ενέκρινε το τουρκολιβυκό μνημόνιο στις 20 Οκτωβρίου 2026. Η απόφαση έχει πολιτική σημασία, επειδή δείχνει ότι η συμφωνία εξακολουθεί να βρίσκει υποστήριξη και πέρα από την πολιτική πλευρά που την υπέγραψε αρχικά. Η έγκριση, όμως, δεν αλλάζει από μόνη της τη θέση της Ελλάδας ή της ΕΕ ως προς τη συμβατότητα του κειμένου με το Δίκαιο της Θάλασσας.
Η Λιβύη παραμένει πολιτικά διαιρεμένη, με διαφορετικούς θεσμούς και κέντρα εξουσίας. Αυτό κάνει την εφαρμογή και τη διπλωματική διαχείριση της συμφωνίας πιο σύνθετη. Η νέα απόφαση αυξάνει την πολιτική πίεση και δίνει στην Τουρκία ένα επιχείρημα για να υποστηρίζει τη θέση της, αλλά δεν σημαίνει ότι η οριοθέτηση έχει γίνει αποδεκτή από την Ελλάδα ή την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι άμεσες επιπτώσεις για την Ελλάδα είναι κυρίως διπλωματικές και γεωπολιτικές. Το τουρκολιβυκό μνημόνιο μπορεί να αξιοποιείται σε επίσημες δηλώσεις, διπλωματικές ενέργειες ή συζητήσεις για έρευνες και εκμετάλλευση φυσικών πόρων. Μπορεί επίσης να δυσκολεύει τις προσπάθειες για συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Λιβύης. Η ύπαρξη του κειμένου, όμως, δεν μεταβάλλει αυτομάτως τα ελληνικά δικαιώματα ούτε επιλύει τη διαφορά.
Ποιες επιπτώσεις μπορεί να έχει για την Ελλάδα
Η βασική επίπτωση είναι ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο τροφοδοτεί την αβεβαιότητα στην Ανατολική Μεσόγειο. Όταν δύο κράτη συμφωνούν σε μια γραμμή που ένα τρίτο κράτος θεωρεί ότι θίγει τα δικαιώματά του, δημιουργούνται αντικρουόμενες θέσεις για το ποιος μπορεί να εγκρίνει έρευνες, να εκμεταλλευτεί πόρους ή να προχωρήσει σε άλλες δραστηριότητες στη θάλασσα. Η αβεβαιότητα μπορεί να επηρεάσει τον ενεργειακό σχεδιασμό και να αυξήσει τον κίνδυνο διπλωματικής έντασης.
Για μια ευρύτερη ανάλυση του ρόλου της χώρας στο περιφερειακό περιβάλλον, δείτε το άρθρο Η Ελλάδα στη νέα γεωπολιτική σκακιέρα.
Για την Ελλάδα, το θέμα συνδέεται άμεσα με την προστασία των θαλάσσιων δικαιωμάτων της και με τη θέση των νησιών της, ιδίως στην περιοχή νότια και ανατολικά της Κρήτης. Συνδέεται επίσης με τη δυνατότητα να προχωρήσουν διαπραγματεύσεις με τη Λιβύη για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών. Όσο παραμένουν ενεργές διαφορετικές αξιώσεις, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να υπάρξει σταθερό πλαίσιο συνεργασίας για την ενέργεια, την αλιεία ή άλλες θαλάσσιες δραστηριότητες.
Παράλληλα, η αντιπαράθεση δεν περιορίζεται στη νομική διάσταση. Η Λιβύη έχει στρατηγική θέση στη Μεσόγειο και αποτελεί σημαντικό συνομιλητή για ζητήματα όπως η ασφάλεια, η μετανάστευση και οι οικονομικές σχέσεις. Η Ελλάδα χρειάζεται, συνεπώς, να υπερασπίζεται τις θέσεις της διατηρώντας ταυτόχρονα τους διαύλους επικοινωνίας με τη λιβυκή πλευρά.
Η ενέργεια είναι επίσης μέρος της ευρύτερης εικόνας, καθώς οι θαλάσσιες ζώνες συνδέονται με πιθανές έρευνες και υποδομές. Για τη σχέση ενεργειακών έργων και γεωπολιτικών ισορροπιών στην περιοχή, δείτε την ανάλυση Ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ: Γιατί ένα καλώδιο έγινε γεωπολιτικό έργο. Οι εξελίξεις συνδέονται, ακόμη, με το ευρύτερο πλαίσιο της Ανατολικής Μεσογείου και της Κύπρου, όπως παρουσιάζεται στο άρθρο Κυπριακό: πού βρισκόμαστε σήμερα;.
Ποια περιθώρια αντίδρασης έχει η Ελλάδα
Το πρώτο περιθώριο είναι η σταθερή διπλωματική αντίδραση. Η Ελλάδα μπορεί να καταγράφει επίσημα τις αντιρρήσεις της, να ενημερώνει τον ΟΗΕ, την ΕΕ και τους εταίρους της και να αποφεύγει ενέργειες που θα μπορούσαν να θεωρηθούν αποδοχή της οριοθέτησης. Η διπλωματική καταγραφή έχει σημασία, επειδή αποδεικνύει ότι η χώρα δεν αποδέχεται τις συνέπειες που επιχειρεί να αποδώσει στο κείμενο.
Το δεύτερο περιθώριο είναι η διαπραγμάτευση με τη Λιβύη. Ελλάδα και Λιβύη ξεκίνησαν τεχνικές συνομιλίες για την οριοθέτηση της ΑΟΖ, έπειτα από συμφωνία των δύο κυβερνήσεων το 2025. Η συνέχιση αυτής της διαδικασίας μπορεί να προσφέρει χώρο για απευθείας συζήτηση, ακόμη κι αν οι διαφωνίες είναι μεγάλες. Μια συμφωνία θα πρέπει να βασίζεται στο διεθνές δίκαιο και να λαμβάνει υπόψη τις σχετικές ακτές και τα δικαιώματα των νησιών.
Το τρίτο περιθώριο είναι η ενίσχυση της νομικής και τεχνικής τεκμηρίωσης. Αυτό περιλαμβάνει την καταγραφή των ελληνικών θέσεων, τη χαρτογραφική και νομική υποστήριξή τους και την εξέταση κάθε συγκεκριμένης δραστηριότητας στη θάλασσα. Η Ελλάδα μπορεί επίσης να συνεχίσει να υποστηρίζει την ειρηνική επίλυση διαφορών σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. Διεθνής δικαστική ή διαιτητική διαδικασία, πάντως, δεν ενεργοποιείται μονομερώς σε κάθε διαφορά: συνήθως απαιτείται η συναίνεση των κρατών που εμπλέκονται.
Τέλος, η συνεργασία με την ΕΕ και άλλους περιφερειακούς εταίρους ενισχύει τη διπλωματική θέση της Ελλάδας. Η κοινή δήλωση που εκδόθηκε στις 26 Οκτωβρίου 2026 από την Ελλάδα, την Κύπρο, την Αίγυπτο, το Μπαχρέιν, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και την ΕΕ επανέλαβε την αντίθεση στην έγκριση του μνημονίου και τη στήριξη της ειρηνικής επίλυσης διαφορών. Η συνεργασία αυτή έχει πολιτική βαρύτητα, αλλά δεν αντικαθιστά μια συμφωνία οριοθέτησης ή μια αρμόδια διεθνή κρίση.
Τι πρέπει να κρατήσει ο αναγνώστης
Το τουρκολιβυκό μνημόνιο είναι μια υπαρκτή συμφωνία μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης, η οποία έχει προκαλέσει σοβαρή διαφωνία με την Ελλάδα και την ΕΕ. Η έγκρισή του από τη λιβυκή Βουλή τον Οκτώβριο του 2026 ενισχύει την πολιτική του διάσταση, αλλά δεν αποτελεί διεθνή δικαστική απόφαση ούτε επιλύει τη διαφωνία για τα θαλάσσια δικαιώματα.
Η Ελλάδα έχει περιθώρια να απαντήσει με διπλωματικές ενέργειες, τεκμηρίωση των θέσεών της, συνομιλίες με τη Λιβύη και συνεργασία με τους εταίρους της. Το βασικό ζητούμενο είναι να υπερασπιστεί τα δικαιώματά της και ταυτόχρονα να επιδιώξει λύση με βάση το διεθνές δίκαιο. Η τελική εικόνα για την οριοθέτηση δεν προκύπτει μόνο από το τουρκολιβυκό μνημόνιο· θα εξαρτηθεί από τις διαπραγματεύσεις και τις διαδικασίες που τα εμπλεκόμενα κράτη θα αποδεχθούν.

