Πίσω από τους πανηγυρισμούς για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας υπάρχει μια διαφορετική πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που αποτυπώνεται στα χρέη των πολιτών, των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του πρώτου τριμήνου του 2026, το συνολικό ιδιωτικό χρέος στην Ελλάδα αγγίζει τα 420,9 δισεκατομμύρια ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 169% του ΑΕΠ της χώρας.
Από αυτό το τεράστιο ποσό, τα 238,6 δισεκατομμύρια ευρώ αφορούν ληξιπρόθεσμες οφειλές και μη εξυπηρετούμενα δάνεια, δηλαδή χρέη που δεν εξυπηρετούνται κανονικά.
Δεν μιλάμε, λοιπόν, απλώς για λογιστικά μεγέθη. Μιλάμε για ένα τεράστιο οικονομικό βάρος που επηρεάζει την κατανάλωση, τις επενδύσεις, τη ρευστότητα της αγοράς και τελικά την ίδια την κοινωνική συνοχή.
Που βρίσκεται το ιδιωτικό χρέος;
Το εσωτερικό ιδιωτικό χρέος συγκεντρώνεται σε τρεις βασικούς πυλώνες:
1. Τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης δανείων (SERVICERS)
Οι συνολικές οφειλές προς τον χρηματοπιστωτικό τομέα υπολογίζονται περίπου στα 245 δισεκατομμύρια ευρώ.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το ύψος των μη εξυπηρετούμενων δανείων, τα οποία βρίσκονται κυρίως στα χαρτοφυλάκια των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων.
Τα λεγόμενα «κόκκινα δάνεια» διαμορφώνονται κοντά στα 73,9 δισεκατομμύρια ευρώ.
Πίσω από αυτά βρίσκονται δανειολήπτες που αδυνατούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, οικογένειες που κινδυνεύουν να χάσουν την κατοικία τους και επιχειρήσεις που δυσκολεύονται να παραμείνουν βιώσιμες.
Το πρόβλημα δεν εξαφανίζεται επειδή ένα δάνειο μεταφέρεται από μια τράπεζα σε ένα fund ή σε μια εταιρεία διαχείρισης. Για τον οφειλέτη εξακολουθεί να υπάρχει.
2. Φορολογική διοίκηση – Εφορία
Τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς την ΑΑΔΕ αποτελούν έναν ακόμη μεγάλο βραχνά.
Εκατομμύρια φορολογούμενοι και επιχειρήσεις έχουν συσσωρευμένες οφειλές από φόρους εισοδήματος, ΦΠΑ, ΕΝΦΙΑ και άλλες φορολογικές υποχρεώσεις.
Η αδυναμία πληρωμής δεν αφορά απαραίτητα μόνο όσους δεν θέλουν να πληρώσουν. Αφορά και ανθρώπους που, παρά την εργασία και τις προσπάθειές τους, δεν μπορούν να καλύψουν ταυτόχρονα τις φορολογικές υποχρεώσεις, τα λειτουργικά έξοδα και τις βασικές ανάγκες της οικογένειάς τους.
Και όταν οι οφειλές συσσωρεύονται, οι προσαυξήσεις και οι τόκοι κάνουν την αποπληρωμή ακόμη δυσκολότερη.
3. Ασφαλιστικά ταμεία – ΚΕΑΟ
Σημαντικό είναι και το χρέος προς τον ΕΦΚΑ, το οποίο διαχειρίζεται το Κέντρο Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών.
Ελεύθεροι επαγγελματίες, μικρομεσαίες επιχειρήσεις και αυτοαπασχολούμενοι βρίσκονται αντιμέτωποι με συσσωρευμένες ασφαλιστικές εισφορές.
Για πολλούς επαγγελματίες, η αδυναμία καταβολής εισφορών δεν είναι επιλογή αλλά αποτέλεσμα μιας μακράς περιόδου οικονομικής πίεσης, αυξημένου λειτουργικού κόστους και περιορισμένης ρευστότητας.
Και εδώ δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: ο επαγγελματίας χρωστά, αδυνατεί να ρυθμίσει τις οφειλές του και δυσκολεύεται να συνεχίσει την επαγγελματική του δραστηριότητα.
Γιατί το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο;
Υπάρχουν τρεις παράγοντες που επιβαρύνουν σημαντικά την κατάσταση:
Το κόστος ζωής.
Οι αυξήσεις στα τρόφιμα, στην ενέργεια, στα καύσιμα και στις βασικές υπηρεσίες περιορίζουν το διαθέσιμο εισόδημα. Ακόμη και όταν αυξάνονται οι ονομαστικοί μισθοί, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι βελτιώνεται η αγοραστική δύναμη.
Η στεγαστική κρίση και τα επιτόκια.
Η άνοδος των τιμών των ακινήτων, τα υψηλά ενοίκια και το κόστος δανεισμού δυσκολεύουν τόσο τους υφιστάμενους δανειολήπτες όσο και τους νέους που προσπαθούν να αποκτήσουν κατοικία.
Η ασφυξία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Οι επιχειρήσεις καλούνται να αντιμετωπίσουν αυξημένα λειτουργικά έξοδα, φορολογικές υποχρεώσεις, ασφαλιστικές εισφορές και περιορισμένη ρευστότητα. Όταν μια επιχείρηση δεν μπορεί να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις της, το πρόβλημα μεταφέρεται στους εργαζομένους, στους προμηθευτές και στην τοπική αγορά.
Τι σημαίνουν όλα αυτά για την ελληνική οικονομία;
Το ιδιωτικό χρέος δεν είναι ένα απομονωμένο οικονομικό μέγεθος.
Είναι ένας παράγοντας που περιορίζει την ανάπτυξη της πραγματικής οικονομίας.
Όταν ένα νοικοκυριό διαθέτει το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός του για να εξυπηρετήσει παλαιότερες οφειλές, δεν μπορεί να καταναλώσει, να αποταμιεύσει ή να επενδύσει.
Όταν μια επιχείρηση έχει δεσμευμένη τη ρευστότητά της σε παλαιά χρέη, δεν μπορεί να αναπτυχθεί, να προσλάβει προσωπικό ή να επεκτείνει τη δραστηριότητά της.
Και όταν ένας πολίτης ζει με τον φόβο μιας κατάσχεσης ή ενός πλειστηριασμού, η οικονομική ανασφάλεια μετατρέπεται σε κοινωνική ανασφάλεια.
Το πραγματικό ερώτημα
Η οικονομική ανάπτυξη δεν μπορεί να μετριέται μόνο με το ΑΕΠ, τις επενδύσεις και τους δημοσιονομικούς δείκτες.
Πρέπει να μετριέται και με την πραγματική δυνατότητα των πολιτών να ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους και να ζουν με αξιοπρέπεια.
Χρειάζονται ουσιαστικές και βιώσιμες λύσεις για τη ρύθμιση των οφειλών, πραγματική προστασία των ευάλωτων δανειοληπτών, δυνατότητα επιβίωσης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και ένα φορολογικό και ασφαλιστικό σύστημα που να λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές δυνατότητες των πολιτών.
Γιατί δεν μπορεί να μιλάμε για ισχυρή οικονομία όταν ένα τόσο μεγάλο μέρος της κοινωνίας ζει κάτω από το βάρος των χρεών.
Και τελικά, το ερώτημα είναι απλό:
Η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται. Οι Έλληνες, όμως, ζουν καλύτερα;
Ναταλί Κάκκαβα
Δημοσιογράφος – Ανεξάρτητη δημοτική σύμβουλος Δήμου Σαρωνικού

