Το ερώτημα γύρω από το φορολογικό σύστημα στην Ελλάδα απασχολεί διαχρονικά επιχειρήσεις, εργαζόμενους και επενδυτές. Η διαπίστωση ότι η χώρα χαρακτηρίζεται από υψηλή φορολογία αποτελεί κοινό τόπο σε κάθε οικονομική ανάλυση. Το φαινόμενο αυτό δεν αποτελεί τυχαία επιλογή μιας συγκεκριμένης περιόδου, αλλά αποτέλεσμα βαθιών διαρθρωτικών αδυναμιών, ιστορικών οικονομικών κρίσεων και δημοσιονομικών αναγκών δεκαετιών.
Πολλοί πολίτες αναρωτιούνται γιατί καταγράφεται τόσο επίμονη υψηλή φορολογία στην Ελλάδα, τη στιγμή που τα εισοδήματα παραμένουν συγκριτικά χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η απάντηση απαιτεί μια πολυδιάστατη εξέταση των δημόσιων οικονομικών, του ασφαλιστικού συστήματος, των εμμέσων φόρων και των διεθνών δεσμεύσεων της ελληνικής οικονομίας.
Δείτε ακόμη: Φορολογία στην Ελλάδα: Πού πηγαίνουν οι φόροι που πληρώνουμε;
Το δημόσιο χρέος και οι αυστηρές δημοσιονομικές δεσμεύσεις
Ο πρωταρχικός παράγοντας που συντηρεί το φορολογικό βάρος σε δυσθεώρητα επίπεδα είναι το μέγεθος του δημόσιου χρέους. Μετά την πολυετή οικονομική κρίση που ξεκίνησε το 2009, το ελληνικό κράτος δεσμεύτηκε απέναντι στους διεθνείς πιστωτές για τη διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων.
Η ανάγκη εξυπηρέτησης των δανειακών υποχρεώσεων απαιτεί σταθερά και προβλέψιμα κρατικά έσοδα σε ετήσια βάση. Το βάρος αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί η υψηλή φορολογία παραμένει βασικός πυλώνας της δημοσιονομικής στρατηγικής. Όταν ο κρατικός προϋπολογισμός υποχρεούται να παράγει πλεονάσματα για την αποπληρωμή του χρέους, τα περιθώρια για ουσιαστικές φοροελαφρύνσεις περιορίζονται δραστικά. Κάθε δημοσιονομικό κενό ή απρόβλεπτη δαπάνη καλύπτεται αναγκαστικά από τη διατήρηση των φορολογικών συντελεστών σε αυξημένα επίπεδα.
Η εκτεταμένη φοροδιαφυγή και η στενή φορολογική βάση
Ένας από τους πιο κρίσιμους λόγους για τους οποίους επιβάλλεται υψηλή φορολογία είναι το φαινόμενο της περιορισμένης φορολογικής βάσης. Στην Ελλάδα, ένα δυσανάλογα μεγάλο μέρος των συνολικών φορολογικών εσόδων προέρχεται από μια συγκεκριμένη μερίδα φορολογουμένων: τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους, των οποίων τα εισοδήματα παρακρατούνται απευθείας στην πηγή.
Όταν ένα σημαντικό τμήμα της οικονομικής δραστηριότητας αποκρύπτεται μέσω της παραοικονομίας, η υψηλή φορολογία πέφτει αναπόφευκτα στις πλάτες των συνεπών πολιτών. Το κράτος, προκειμένου να συγκεντρώσει τα αναγκαία ποσά που χάνονται από τη φοροδιαφυγή, αναγκάζεται να αυξήσει τους συντελεστές σε όσους δεν μπορούν να αποκρύψουν τα εισοδήματά τους.
Με αυτόν τον μηχανισμό, η υψηλή φορολογία λειτουργεί ουσιαστικά ως αντιστάθμισμα των διαφυγόντων εσόδων. Όσο η φοροδιαφυγή παραμένει υπαρκτή, η διεύρυνση της φορολογικής βάσης καθυστερεί, γεγονός που εμποδίζει την καθολική μείωση των φορολογικών επιβαρύνσεων.
Η υπερβολική εξάρτηση από τους έμμεσους φόρους (ΦΠΑ και ΕΦΚ)
Στην ελληνική φορολογική αρχιτεκτονική, τα έμμεσα έσοδα κατέχουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο βασικός συντελεστής Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) στο 24%, σε συνδυασμό με τους Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στα καύσιμα, την ενέργεια και τον καπνό, κατατάσσει τη χώρα στις υψηλότερες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο συνδυασμός αυτών των συντελεστών αποδεικνύει ότι η υψηλή φορολογία στα αγαθά και τις υπηρεσίες επηρεάζει άμεσα το κόστος διαβίωσης. Οι έμμεσοι φόροι προτιμώνται συχνά από το κράτος επειδή προσφέρουν άμεση ρευστότητα και έχουν υψηλότερη εισπραξιμότητα σε σύγκριση με τον φόρο εισοδήματος.
Ωστόσο, για τα χαμηλότερα και μεσαία εισοδήματα, αυτή η υψηλή φορολογία στην κατανάλωση δρα αναλογικά πιο επιβαρυντικά, καθώς ένα μεγαλύτερο ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματός τους κατευθύνεται στην αγορά βασικών αγαθών καθημερινής επιβίωσης.
Το ασφαλιστικό σύστημα και το μη μισθολογικό κόστος
Η επιβάρυνση της εργασίας στην Ελλάδα δεν εξαντλείται στον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων. Οι ασφαλιστικές εισφορές που καταβάλλουν εργαζόμενοι και εργοδότες δημιουργούν μια ευρύτερη «φορολογική σφήνα» (tax wedge), αυξάνοντας το συνολικό μη μισθολογικό κόστος.
Οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης συνθέτουν στην πράξη μια επιπλέον υψηλή φορολογία στην εργασία, η οποία αποθαρρύνει τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και συμπιέζει τον καθαρό μισθό. Η δημογραφική γήρανση του πληθυσμού και η αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους ασκούν διαρκή πίεση στα ασφαλιστικά ταμεία. Το κράτος καλείται να χρηματοδοτεί τα ελλείμματα των ταμείων μέσω του κρατικού προϋπολογισμού, γεγονός που απαιτεί πρόσθετα φορολογικά έσοδα και διατηρεί τις συνολικές κρατήσεις σε υψηλά επίπεδα.
Η σχέση φορολογικών εσόδων και ανταποδοτικότητας δημόσιων υπηρεσιών
Μία από τις βασικές πτυχές του προβλήματος αφορά τη λεγόμενη ανταποδοτικότητα των φόρων. Στις χώρες της Βόρειας Ευρώπης παρατηρείται επίσης αυξημένη φορολογική επιβάρυνση, όμως οι πολίτες λαμβάνουν υψηλού επιπέδου δημόσιες υπηρεσίες στην υγεία, την παιδεία και τις μεταφορές.
Στην ελληνική πραγματικότητα, το κύριο παράπονο των πολιτών δεν είναι αποκλειστικά η υψηλή φορολογία, αλλά το έλλειμμα ποιοτικών δημόσιων υποδομών και παροχών. Όταν ο φορολογούμενος καταβάλλει υψηλούς φόρους και ταυτόχρονα αναγκάζεται να πληρώνει ιδιωτικά για ιατρική περίθαλψη, εκπαίδευση και ασφάλιση, η αίσθηση της φορολογικής αδικίας εντείνεται. Αυτή η αναντιστοιχία κόστους και οφέλους ενισχύει τη δυσαρέσκεια και τροφοδοτεί εκ νέου την τάση προς τη φοροαποφυγή.
Ψηφιοποίηση, φορολογική συμμόρφωση και προοπτικές αποκλιμάκωσης
Τα τελευταία χρόνια σημειώνεται σημαντική πρόοδος μέσω του ψηφιακού μετασχηματισμού της φορολογικής διοίκησης. Η διασύνδεση των ταμειακών μηχανών με τα POS, τα ηλεκτρονικά βιβλία (myDATA) και η επέκταση των ηλεκτρονικών συναλλαγών έχουν συμβάλει στον περιορισμό της φοροδιαφυγής στον ΦΠΑ και στην αύξηση των δημοσιονομικών εσόδων.
Η ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης αποτελεί το μοναδικό βιώσιμο εργαλείο ώστε να μην αποτελεί πλέον μονόδρομο η υψηλή φορολογία για τη δημοσιονομική σταθερότητα της χώρας. Όσο διευρύνεται η φορολογική βάση και εντοπίζονται αδήλωτα εισοδήματα, τόσο δημιουργείται πραγματικός δημοσιονομικός χώρος για τη σταδιακή μείωση των συντελεστών.
Η διαδρομή προς ένα πιο δίκαιο και ανταγωνιστικό φορολογικό μοντέλο απαιτεί συνδυασμό διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, περιορισμού της σπατάλης στο δημόσιο τομέα και ενίσχυσης της παραγωγικής βάσης. Η σταδιακή μείωση ορισμένων συντελεστών δείχνει ότι η υψηλή φορολογία μπορεί να υποχωρήσει, υπό την προϋπόθεση ότι η οικονομική ανάπτυξη θα συνοδεύεται από αυστηρή διαφάνεια και καθολική φορολογική δικαιοσύνη.
Η κατανόηση του γιατί υπάρχει υψηλή φορολογία στην Ελλάδα προσφέρει μια ρεαλιστική εικόνα για τις προκλήσεις της εθνικής οικονομίας. Για περισσότερες αναλύσεις, αρθρογραφία γύρω από την οικονομία και τεκμηριωμένη ενημέρωση για την επικαιρότητα, μπορείτε να επισκεφθείτε το opinionfeed.gr.

